διαμελίζομαι

διαμελ-ίζομαι,
A rival in singing, Plu.2.973b.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαμελίζομαι — (Α) διαγωνίζομαι στο τραγούδι. [ΕΤΥΜΟΛ. < διά + μελίζω «τραγουδώ»] …   Dictionary of Greek

  • διαμελίζομαι — διαμελίζομαι, διαμελίστηκα, διαμελισμένος βλ. πίν. 34 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαμελιζομένων — διαμελίζομαι rival in singing pres part mp fem gen pl διαμελίζομαι rival in singing pres part mp masc/neut gen pl διαμελίζω dismember pres part mp fem gen pl διαμελίζω dismember pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμελιζόμεναι — διαμελίζομαι rival in singing pres part mp fem nom/voc pl διαμελίζω dismember pres part mp fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμελιζόμενος — διαμελίζομαι rival in singing pres part mp masc nom sg διαμελίζω dismember pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμελισθήσεται — διαμελίζομαι rival in singing fut ind mp 3rd sg διαμελίζω dismember fut ind pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.